ένταλμα


ένταλμα
[эндалма] ουσ. о. приказ, ордер,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ένταλμα" в других словарях:

  • ἔνταλμα — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ένταλμα — το (AM ἔνταλμα) εντολή, διαταγή («διδάσκοντες ἐντάλματα ἀνθρώπων καὶ διδασκαλίας», ΠΔ) μσν. νεοελλ. έγγραφη άδεια ή εντολή επίσημης αρχής νεοελλ. 1. έγγραφη εντολή αρμόδιας δικαστικής ή ανακριτικής αρχής με την οποία διατάσσεται η σύλληψη… …   Dictionary of Greek

  • ένταλμα — το, ατος 1. εντολή, διαταγή, παραγγελία. 2. έγγραφο με το οποίο μια αρχή διατάζει την εκτέλεση ορισμένης εντολής: Ένταλμα πληρωμής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ένταλμα σύλληψης — Τμήμα των εγγυήσεων υπέρ της προσωπικής ασφαλείας, σύμφωνα με το οποίο, εκτός από τις περιπτώσεις του αυτόφωρου αδικήματος, για τη σύλληψη ενός προσώπου απαιτείται η επέμβαση της δικαστικής αρχής. Βούλευμα δικαστικού συμβουλίου ή έ.σ. που εκδίδει …   Dictionary of Greek

  • ἐνταλμάτων — ἔνταλμα neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐντάλμασι — ἔνταλμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐντάλμασιν — ἔνταλμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐντάλματα — ἔνταλμα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐντάλματι — ἔνταλμα neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐντάλματος — ἔνταλμα neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)